Από μικρός είχε ζήσει μέσα στην εκκλησία. Και μεγαλώνοντας πάλευε να γίνει ευσυνείδητος χριστιανός. Πάλευε να δει στη ζωή του τις εντολές του Θεου και να τις τηρήσει.
Κάποιο βράδυ ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι είχε την καρδιά του να καίει. Πριν κλείσει τα μάτια του είπε μέσα του: "Θε μου, κάνε με ανοιχτό στις ανάγκες του διπλανού μου. Στείλε μου κάποιον να βοηθήσω..."
Ξύπνησε κάπως αργά. Στη στάση , το λεωφορείο αργούσε. Απλώνει το χέρι και σταματάει ένα ταξί.
"Τι γίνεται ρε φίλε; Πως τα βλέπεις τα πράγματα;" ρώτησε μετά από λίγα λεπτά διαδρομής ταξιτζής.
"Πως να τα βλέπω; Δύσκολα παντού".
"Τ' άκουσες που θα φτάσει ο κατώτατος μισθός; 500 ευρώ. Έχω ένα γιο 22 χρονών. Φιλότιμο παλληκάρι. Έπιασε δουλειά πριν λίγο καιρό. Έπαιρνε 720 ευρώ. Έρχεται και μου λέει: "Πατέρα, σε βλέπω δυσκολέυεσαι... άσε, το ενοίκιο θα το πληρώνω από τον μισθό μου". Τώρα του πάνε το μισθό στα 500. Βρήκε πάτημα το αφεντικό του και τον μειώνει παράνομα.... Τον έχει και απλήρωτο δύο μηνιάτικα. Του 'ρχεται να τα βροντήξει το παιδί. Αλλά σκέφτεται εμένα. Κι εγώ κάθομαι και τον βλέπω να μασάει την αξιοπρέπεια του.... Και καλά η δική μου η γενιά: μ' ένα πιάτο φασολάδα, θα τα καταφέρουμε.... Αυτά τα παιδιά πως θα ζήσουν; Τώρα ο μισθός του δεν φτάνει ούτε για το ενοίκιο - τ ενοίκιο στο πατρικό του, δεν μιλάμε για το δικό του σπίτι...."
Ο νεαρός κουνούσε το κεφάλι του με συμπόνια.
Έφτασαν στον προορισμό. 7,5 ευρώ έδειχνε το ταξίμετρο. Έβγαλε και έδωσε πενήντα ευρώ στον ταξιτζή. Πήρε τα πρώτα ρέστα, τα ψιλά, 2,5 ευρώ, και αφηρημένος δεν στάθηκε να πάρει τα άλλα: άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε. Το ταξί απομακρύνθηκε.
Λίγα βήματα παρακάτω - σαν να ξύπνησε - συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Έκανε να τρέξει , μα το ταξί είχε χαθέι πίσω απο τη γωνιά. Έπιασε το κεφάλι του από τη στεναχώρια. "Βρέ να χάσω έτσι σαράντα ευρώ". Στάθηκε εκεί να περιμένει, μήπως το ταξί επιστρέψει να διορθώσει το λάθος που εκείνος ο ίδιος είχε διαπράξει με την αφηρημάδα του.... Ματαίως.
Ανέβηκε τα σκαλιά , μέχρι το γραφείο του πολύ στενοχωρημένος. Όχι γι' αυτά καθαυτά τα χρήματα, αλλά για την αμυαλοσύνη του...
Και τότε ο Θέος τον αξίωσε να θυμηθεί τι Του είχε ζητήσει το προηγούμενο βράδυ! Αμέσως ημέρεψε. Κούνησε το κεφάλι του χαζογελώντα; μοναχός του. " Άλλη φορά πρέπει να προσέχω τι ζητάω..." είπε. "Θεός είναι και ακούει..."
Κάποιο βράδυ ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι είχε την καρδιά του να καίει. Πριν κλείσει τα μάτια του είπε μέσα του: "Θε μου, κάνε με ανοιχτό στις ανάγκες του διπλανού μου. Στείλε μου κάποιον να βοηθήσω..."
Ξύπνησε κάπως αργά. Στη στάση , το λεωφορείο αργούσε. Απλώνει το χέρι και σταματάει ένα ταξί.
"Τι γίνεται ρε φίλε; Πως τα βλέπεις τα πράγματα;" ρώτησε μετά από λίγα λεπτά διαδρομής ταξιτζής.
"Πως να τα βλέπω; Δύσκολα παντού".
"Τ' άκουσες που θα φτάσει ο κατώτατος μισθός; 500 ευρώ. Έχω ένα γιο 22 χρονών. Φιλότιμο παλληκάρι. Έπιασε δουλειά πριν λίγο καιρό. Έπαιρνε 720 ευρώ. Έρχεται και μου λέει: "Πατέρα, σε βλέπω δυσκολέυεσαι... άσε, το ενοίκιο θα το πληρώνω από τον μισθό μου". Τώρα του πάνε το μισθό στα 500. Βρήκε πάτημα το αφεντικό του και τον μειώνει παράνομα.... Τον έχει και απλήρωτο δύο μηνιάτικα. Του 'ρχεται να τα βροντήξει το παιδί. Αλλά σκέφτεται εμένα. Κι εγώ κάθομαι και τον βλέπω να μασάει την αξιοπρέπεια του.... Και καλά η δική μου η γενιά: μ' ένα πιάτο φασολάδα, θα τα καταφέρουμε.... Αυτά τα παιδιά πως θα ζήσουν; Τώρα ο μισθός του δεν φτάνει ούτε για το ενοίκιο - τ ενοίκιο στο πατρικό του, δεν μιλάμε για το δικό του σπίτι...."
Ο νεαρός κουνούσε το κεφάλι του με συμπόνια.
Έφτασαν στον προορισμό. 7,5 ευρώ έδειχνε το ταξίμετρο. Έβγαλε και έδωσε πενήντα ευρώ στον ταξιτζή. Πήρε τα πρώτα ρέστα, τα ψιλά, 2,5 ευρώ, και αφηρημένος δεν στάθηκε να πάρει τα άλλα: άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε. Το ταξί απομακρύνθηκε.
Λίγα βήματα παρακάτω - σαν να ξύπνησε - συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Έκανε να τρέξει , μα το ταξί είχε χαθέι πίσω απο τη γωνιά. Έπιασε το κεφάλι του από τη στεναχώρια. "Βρέ να χάσω έτσι σαράντα ευρώ". Στάθηκε εκεί να περιμένει, μήπως το ταξί επιστρέψει να διορθώσει το λάθος που εκείνος ο ίδιος είχε διαπράξει με την αφηρημάδα του.... Ματαίως.
Ανέβηκε τα σκαλιά , μέχρι το γραφείο του πολύ στενοχωρημένος. Όχι γι' αυτά καθαυτά τα χρήματα, αλλά για την αμυαλοσύνη του...
Και τότε ο Θέος τον αξίωσε να θυμηθεί τι Του είχε ζητήσει το προηγούμενο βράδυ! Αμέσως ημέρεψε. Κούνησε το κεφάλι του χαζογελώντα; μοναχός του. " Άλλη φορά πρέπει να προσέχω τι ζητάω..." είπε. "Θεός είναι και ακούει..."
Βασίλης Αργυριάδης , "Όσο μπορείς", μικρό γεροντικό πόλεων
No comments:
Post a Comment