Φταίει ό πλούτος;
Υπάρχουν πλούσιοι πού παρεκτρέπονται άπό τό θέλημα τού Θεού καί γιά νά δικαιολογήσουν τις παρεκτροπές τους, λένε ότι τούς χάλασαν τά πλούτη. Άραγε ό ισχυρισμός τους είναι άληθής; Απαλλάσσονται άπό τήν εύθύνη λέγοντας αύτή τή δικαιολογία; Ποιο άπό τά δύο συμβαίνει; Ό πλούτος χαλάει τόν άνθρωπο ή ό άνθρωπος χαλάει, έπειδή δέν κάνει καλή χρήση τού πλούτου του;
Βεβαίως ή διαπίστωση ότι τά πλούτη χάλασαν όχι έναν καί δύο άλλά πολλούς άνθρώπους είναι άληθής. Διότι όταν άφήνουμε τόν πλούτο νά κυριεύσει τήν καρδιά μας, ζημιωνόμαστε πνευματικά. Αιχμαλωτιζόμαστε σ’ ένα μεγάλο τύραννο, στό πάθος τής φιλοπλουτίας, πού μάς κάνει χοϊκούς άνθρώπους. Τότε ό πλούτος γίνεται έμπόδιο γιά τή σωτηρία μας, καί μάλιστα άπό τά μεγαλύτερα. Ό ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι κανένα έμπόδιο δέν μάς έμποδίζει τόσο πολύ νά κληρονομήσουμε τή Βασιλεία των ούρανών όσο ό πλούτος. «Ούδέν έτερον κώλυμα πρός τήν έπιδημίαν τών ούρανών, ώς πλούτος». Ό Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει ότι, άν δέν προσέξουμε, ό πλούτος γίνεται καί «ύπηρέτης άκολασίας».
Αύτό όμως δέν σημαίνει ότι φταίει ό πλούτος γιά
τό ότι άμαρτάνουμε. Ό πλούτος αύτός καθ’ αύτόν ούτε ώφελεϊ ούτε βλάπτει, ούτε σώζει ούτε καταστρέφει, «ούτε τόν ούρανόν προξενεί ούτε τήν γέενναν». Ό Μέγας Βασίλειος σχολιάζοντας τούς λόγους τού άφρονος πλουσίου «θά γκρεμίσω τις άποθήκες μου καί θά οικοδομήσω μεγαλύτερες καί θά συγκεντρώσω έκεΐ όλα τά γεννήματά μου καί τά άγαθά μου καί θά πω στήν ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά άγαθά πού θά σού άρκέσουν γιά χρόνια πολλά τώρα μπορείς νά άναπαύεσαι, νά τρώς, νά πίνεις καί νά εύφραίνεσαι» (Λουκ. ιβ' 18-19), παρατηρεί ότι ό πλούσιος πρώτα έκδήλωσε τις προθέσεις του γιά τό πώς θά χρησιμοποιήσει τόν πλούτο του καί κατόπιν άκουσε τήν αύστηρή παρατήρηση: «Άμυαλε καί άνόητε άνθρωπε, αύτή τή νύχτα χωρίς άλλο ζητούν οί δαίμονες νά παραλάβουν τήν ψυχή σου! Αύτά πού έτοίμασες σέ ποιόν θά μείνουν τώρα;». Άρα ό πλούτος δέν τού έφταιγε σέ τίποτε. Γιά όλα έφταιγε ή κακή του προαίρεση. Ό ίδιος εύθύνεται πού ζημιώθηκε άπό τόν πλούτο του.
Ό έρμηνευτής Όλυμπιόδωρος παρατηρεί ότι «ό πλούτος ού κατά φύσιν άγαθός τις ή φαύλος τυγχάνει». Άπό τή φύση του δέν είναι ούτε καλός ούτε κακός. Είναι ούδέτερος. Καλός ή κακός γίνεται άνάλογα μέ τό πώς θά τόν χρησιμοποιήσουμε. Στήν Αγία Γραφή δέν κακίζεται ό πλούτος, άλλ’ «ή άπάτη τοϋ πλούτου» (Ματθ. ιγ' 22). Δέν κακίζονται οί πλούσιοι, άλλ’οί δούλοι των χρημάτων. Όταν ό Κύριος λέει- «πώς δυσκόλως οί τά χρήματα έχοντες είσελεύσονται εις τήν βασιλείαν τού Θεού!» (Λουκ. ιη' 24), καί μάλιστα μέ έκφραση θαυμαστική, δέν έννοεϊ ότι είναι άδύνατο νά σωθούν οί πλούσιοι. «Ού γάρ άδύνατον σωθήναι τούς τοιούτους», σχολιάζει ό έρμηνευτής Θεοφύλακτος. Απλώς βεβαιώνει ότι είναι δύσκολο νά είσέλθουν οί πλούσιοι στόν Παράδεισο, διότι δέν κάνουν καλή χρήση τοϋ πλούτου τους. Προσκολλώνται στά χρήματά τους καί δέν θέλουν νά ξεκολλήσουν άπό αύτά. Συνηθίζουν στήν άνετη ζωή, στή χλιδή καί στήν καλοπέραση, ένώ «ή βασιλεία τών ούρανών βιάζεται, καί βιασταί άρπάζουσιν αύτήν» (Ματθ. ια' 12).
Υπάρχουν όμως καί πλούσιοι πού δέν κυριεύονται άπό τήν «χρυσομανή καί φιλοκτήμονα (φιλοχρήματη) διάθεσιν». Όπως έπίσης ύπάρχουν ώραΐες ψυχές πού θεωρούν όλα τά έγκόσμια «σκύβαλα» (Φιλιπ. γ’ 8), διότι έλκύει τήν καρδιά τους έξ ολοκλήρου ό Κύριος. Όλοι αύτοί οί πλούσιοι πού κάνουν καλή χρήση τοϋ πλούτου τους σώζονται.
Όποιοι χειρίζονται τόν πλούτο τους μέ σωφροσύνη, μπορούν νά κληρονομήσουν τή Βασιλεία τών ούρανών. Στόν Παράδεισο δέν θά βρίσκονται μόνο φτωχοί, άλλά καί πλούσιοι. Ό ιερός Χρυσόστομος άναφέρει ώς λαμπρά παραδείγματα πλουσίων πού έκαναν καλή χρήση τοϋ πλούτου τους τόν Πατριάρχη Αβραάμ καί τόν πολύαθλο Ίώβ. Ό Αβραάμ ήταν πάμπλουτος, άλλά ζοϋσε ώς πάροικος καί παρεπίδημος, όδίτης καί σκηνίτης, «μάλλον δέ καί όδίτου εύτελέστερος». Ό Ίώβ ήταν πλούσιος, έγινε φτωχός καί κατόπιν άκόμη πλουσιότερος. Άλλά καί στά πλούτη του καί στή φτώχεια του παρέμενε «άληθινός, άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής» (Ιώβ α' 1). «Πλούσιος ών, ηύχαρίστει, καί πένης γενόμενος, έδο-ξολόγει»!
Άπό τά όσα γράφονται έννοοΰμε ότι δέν άπαλλασσόμαστε άπό τήν εύθύνη, όταν λέμε ότι μάς χάλασαν τά πλούτη. Δέν μάς χαλούν τά πλούτη. Χαλούμε άπό τήν κακή μας προαίρεση. Γίαύτό νά μήν κατηγορούμε τόν πλούτο άλλά τήν κακή μας προαίρεση. «Μή τοίνυν τά πράγματα αίτιώμεθα, άλλά τήν γνώμην τήν διεφθαρμένην» (Ιερός Χρυσόστομος, ΕΠΕ 10, 776). Δέν έχασε ό άφρων πλούσιος τήν ψυχή του άπό τά πλούτη του, άλλά άπό τήν πλεονεξία του. Δέν βασανιζόταν ό πλούσιος στόν άδη γιατί ήταν πλούσιος, άλλά γιατί δέν έλέησε τούς συνανθρώπους του.
Όσοι λοιπόν είναι πλούσιοι νά μήν ξεγελιούνται άπό τήν άπάτη τοϋ πλούτου, νά μήν κυριεύονται άπό τήν έπιθυμία τών οφθαλμών άλλά νά κάνουν καλή χρήση τού πλούτου τους, νά δείχνουν έμπρακτη άγάπη στούς έμπερίστατους άδελφούς. Άν έλεοϋν τούς συνανθρώπους τους, θά έλεηθοϋν κι αύτοί άπό τόν Θεό. Οί έλεήμονες πλούσιοι σώζονται. Διότι έπενδύουν όχι στόν δραπέτη πλούτο, πού τούς άφήνει καί φεύγει, άλλά στό ταμιευτήριο τής Βασιλείας τών ούρανών, πού τούς άκολουθεΐ καί μένει. «Τά έργα αύτών άκολουθεΐ μετ’αύτών» (Άποκ. ιδ’ 13). Τούς ακολουθούν τά έργα τής άγάπης, τά όποια έργάζονταν σ’όλη τους τή ζωή.
No comments:
Post a Comment